
«Πώς να κάνω το παιδί να διαβάζει;»
Είναι μία από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούμε ως εκπαιδευτικοί.
Και συνήθως η απάντηση αναζητείται σε εξωτερικά κίνητρα:
έναν καλύτερο βαθμό,
ένα δώρο,
μια επιβράβευση,
μια υπόσχεση.
Όμως η αλήθεια είναι πως τα παιδιά δεν έχουν πάντα ανάγκη από περισσότερα κίνητρα.
Έχουν ανάγκη από περισσότερο νόημα.
Γιατί είναι δύσκολο να αγαπήσεις κάτι όταν δεν καταλαβαίνεις γιατί το κάνεις.
Ένα παιδί μπορεί να μάθει έναν γραμματικό κανόνα.
Μπορεί να αποστηθίσει μια ημερομηνία.
Μπορεί να λύσει μια άσκηση.
Αλλά η πραγματική μάθηση ξεκινά όταν αναρωτηθεί:
«Και γιατί είναι σημαντικό αυτό;»
Εκεί αλλάζουν όλα.
Η Ιστορία παύει να είναι ημερομηνίες και γίνεται ανθρώπινες ιστορίες.
Η Γλώσσα παύει να είναι κανόνες και γίνεται τρόπος έκφρασης.
Η Λογοτεχνία παύει να είναι ύλη και γίνεται ταξίδι.
Τα παιδιά δεν γεννιούνται αδιάφορα.
Γεννιούνται περίεργα.
Ρωτούν συνεχώς.
Θέλουν να εξερευνήσουν.
Να καταλάβουν.
Να ανακαλύψουν.
Κάπου στην πορεία, όμως, η μάθηση γίνεται συχνά υποχρέωση.
Και όταν χάνεται το νόημα, χάνεται και η διάθεση.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο να μην είναι πώς θα πιέσουμε περισσότερο τα παιδιά να διαβάσουν.
Ίσως το ζητούμενο να είναι πώς θα τους δείξουμε ότι η γνώση αφορά τη ζωή τους.
Ότι η γλώσσα τα βοηθά να εκφραστούν.
Ότι η ιστορία τα βοηθά να κατανοήσουν τον κόσμο.
Ότι η λογοτεχνία τα βοηθά να κατανοήσουν τον εαυτό τους.
Γιατί όταν η γνώση αποκτά νόημα, η μάθηση παύει να είναι αγγαρεία.
Και γίνεται ανακάλυψη.
Γίνεται σύνδεση.
Γίνεται φως.
Αν σου αρέσει το άρθρο του blog, κάνε κλικ στην καρδιά. Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε ποια άρθρα αξίζουν ιδιαίτερα να διαβαστούν.