

Η μετάβαση από τη ΣΤ’ Δημοτικού στο Γυμνάσιο είναι για πολλά παιδιά ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας. Αλλάζει το πλαίσιο: περισσότερες αίθουσες, πολλοί καθηγητές, νέοι κανόνες, διαφορετικός ρυθμός και συχνά νέες παρέες. Μαζί με αυτά, μεγαλώνουν και οι εσωτερικοί προβληματισμοί: «Θα τα καταφέρω;», «Θα κάνω φίλους;», «Κι αν χαθώ ή κάνω λάθος;», «Πώς θα οργανώσω διάβασμα και εργασίες;», «Πώς θα με βλέπουν οι άλλοι;». Είναι φυσιολογικό να εμφανιστούν άγχος, ντροπή, πίεση για επίδοση ή και μια αίσθηση “αβεβαιότητας” για το ποιος/ποια θέλω να είμαι στο νέο σχολικό περιβάλλον.
Ο ρόλος μας ως εκπαιδευτικοί είναι σημαντικός, γιατί μπορούμε να κάνουμε αυτή τη μετάβαση πιο ασφαλή και ενδυναμωτική. Βοηθά πολύ να δημιουργούμε ένα κλίμα αποδοχής όπου το παιδί νιώθει ότι μπορεί να ρωτήσει χωρίς φόβο, να κάνει λάθος χωρίς “ταμπέλα” και να εκφράσει όσα σκέφτεται. Χρήσιμες είναι οι μικρές, βιωματικές δράσεις (συζήτηση, δημιουργική γραφή, παιχνίδια ρόλων) που δίνουν “φωνή” στους φόβους και στις προσδοκίες και ταυτόχρονα χτίζουν πρακτικές στρατηγικές: πώς ζητάω βοήθεια, πώς οργανώνω πρόγραμμα, πώς μπαίνω σε μια παρέα με σεβασμό, πώς βάζω όρια. Εξίσου σημαντικό είναι να ενισχύουμε την αυτοπεποίθηση με ρεαλιστικά μηνύματα: ότι η προσαρμογή θέλει χρόνο, ότι οι δυσκολίες είναι κομμάτι της μάθησης και ότι κάθε παιδί έχει δυνάμεις που μπορούν να ανθίσουν στο νέο ξεκίνημα. Με σταθερή υποστήριξη, σαφήνεια, ενθάρρυνση και συνεργασία με γονείς/συναδέλφους, μετατρέπουμε το ΦΟΒΑΜΑΙ σε ΜΠΟΡΩ και τη μετάβαση σε μια ευκαιρία ανάπτυξης.
Αν σου αρέσει το άρθρο του blog, κάνε κλικ στην καρδιά. Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε ποια άρθρα αξίζουν ιδιαίτερα να διαβαστούν.